Η Εκκλησία ως θεσμικός συνομιλητής
Ευστράτιος Ψάλτου*
«Υπάρχει ένας πίνακας του Klee που ονομάζεται “Angelus Novus”. Απεικονίζει έναν άγγελο που μοιάζει έτοιμος να απομακρυνθεί από κάτι στο οποίο έχει στυλώσει το βλέμμα του» (Walter Benjamin, «Θέσεις πάνω στη Φιλοσοφία της Ιστορίας», 1940). Mέσα σε θριαμβολογίες και θρηνολογίες, αντιλογίες και φόβους, ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσουμε την υπάρχουσα μορφή του προγράμματος σπουδών των Θρησκευτικών.
Η παράδοση 180 χρόνων δεν αλλάζει σε μία μέρα
Μάριος Κουκουνάρας-Λιάγκης*
Στην Ελλάδα, 180 χρόνια τώρα, η θρησκευτική εκπαίδευση (Θ.Ε.), έχει προκαλέσει αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις για το περιεχόμενο, τα βιβλία και τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών της. Από αυτές η Θ.Ε. των παιδιών στο σχολείο έβγαινε κερδισμένη – όχι αλώβητη. Μέχρι σήμερα παραμένει υποχρεωτικό μάθημα. Σκοπεύει στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης και θρησκευτικής γνώσης, που θεωρείται για κάθε άνθρωπο απαραίτητη σήμερα περισσότερο από ποτέ. Υπήρχε πάντα η δυνατότητα εξαίρεσης, την οποία χρησιμοποιούν 0,5 έως 0,9% των μαθητών (ΥΠΕΠΘ, 2018). Οι θεολόγοι εκπαιδεύονταν να υποδέχονται στην τάξη όποιον επιθυμούσε να παρακολουθήσει, ανεξάρτητα από την πίστη και το θρήσκευμά του. Στην εκπαίδευση η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης υπηρετείται από το περιεχόμενο του μαθήματος και τη διδακτική-μαθησιακή διαδικασία.
Το Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» για το Μάθημα των Θρησκευτικών
Το Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης
Παντελεήμων Παπαγεωργίου» (CEMES) κατά την τακτική συνεδρία του Διοικητικού του Συμβουλίου της 25ης Σεπτεμβρίου 2019 εξέτασε διεξοδικώς την διαμορφωθείσα στην ελληνική επικράτεια κατάσταση αναφορικά με το Μάθημα των Θρησκευτικών, μετά την ανακοίνωση της απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Το Κέντρο, στα πλαίσια των επιστημονικών δραστηριοτήτων με βάση το καταστατικό του, αν και έλαβε γνώση των μέχρι σήμερα δημόσιων τοποθετήσεων, θεώρησε χρέος του να μην επεκταθεί σε ζητήματα εκπαιδευτικής πολιτικής, συνδικαλιστικής υφής, αποκλειστικής αρμοδιότητας, φυσικά, των αρμόδιων φορέων, όπως και της αναγκαίας νομικής αξιολόγησης. Επικέντρωσε αρχικά το ενδιαφέρον του επί των επιπτώσεών της ανωτέρω αποφάσεως του ΣτΕ στη δημόσια εκπαίδευση και την ευρύτερη κοινωνία, αναμένοντας πάντοτε τις εκτιμήσεις των καθ’ ύλην αρμοδίων επιστημονικών φορέων και φυσικών προσώπων. Θεώρησε περαιτέρω καθήκον του να εκφράσει την αγωνία του, για το καθαρά θεολογικό σκεπτικό, τόσο των αγωγών που έχουν κατατεθεί, όσο και της – ως μη ώφελε – υιοθέτησής του με την απόφαση του ΣτΕ, την πρωτόδικη και εκείνην της ολομέλειάς του.
