logkair

 

                                                                                   ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 1η Φεβρουαρίου η διαδικτυακή ημερίδα του Πανελληνίου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ» που έγινε με αφορμή την γιορτή των Τριών Ιεραρχών.

Το πρώτο μέρος ήταν αφιερωμένο στα 1700 χρόνια από την Α΄ (325-2025) Οικουμενική Σύνοδο. Μίλησαν ο κ. Δημήτριος Μόσχος, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ, με θέμα «Συνοδικότητα, Δημοκρατία και Χάρισμα στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο. Η σημασία τους σήμερα», όπου τόνισετη σημασία αυτού καθ’ αυτού του γεγονότος της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ως αναβίωσης του δημοκρατικού στοιχείου στο ρωμαϊκό δημόσιο βίο (που είχε πια αρκετά υποχωρήσει τον 4ο αιώνα) που, όμως, έγινε με τους όρους της χαρισματικής εμπειρίας του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και ο σύγχρονος της Συνόδου ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας το συγκρίνει με την Πεντηκοστή. Αυτό, υποστήριξε ο κ. Μόσχος, έχει ιδιαίτερη σημασία για μας σήμερα, αφού μας δείχνει ότι η έννοια του χαρίσματος στη χριστιανική ζωή δεν απορρίπτει αλλά ανακαινίζει την πολιτική και ειδικά τη συμμετοχική και δημοκρατική μορφή της στην προοπτική των εσχάτων.

Ο δεύτερος στη σειρά ομιλητής κ. Θεόδωρος Γιάγκου, Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, στην εισήγησή του με θέμα: «Από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Σύνοδο της Κρήτης. Η παράλληλη θεματολογία», παρουσίασε την κοινή θεματολογία, καθώς και πτυχές του Συνοδικού Θεσμού, έτσι όπως αυτός εκφράστηκε στην Α´ Οικουμενική Σύνοδο και στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Κρήτη 2016). Τα θέματα του γάμου μετά τη χειροτονία και της εορτής του Πάσχα απασχόλησαν αμφότερες τις Συνόδους. Σήμερα η εορτή του Πάσχα επανέρχεται στη θεολογική επικαιρότητα με δεδηλωμένη την πρόθεση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας να υιοθετήσει όσα αποφασίστηκαν στην Σύνοδο της Νικαίας. Για την Ανατολική Εκκλησία, ο κοινός εορτασμός θα διευκολύνει ποιμαντικά το ορθόδοξο πλήρωμα, κυρίως αυτό που ευρίσκεται στις χώρες της λεγομένης Διασποράς, αλλά και τις οικογένειες που έχουν συνάψει μικτό γάμο, προφανώς με Ρωμαιοκαθολικούς, Προτεστάντες, Αγγλικανούς. Στην εισήγηση, επίσης, έγινε λόγος και για τη συμβολή του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κυρού Αναστασίου στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο και ειδικότερα για τη σύνταξη του Μηνύματός της.

Τελευταίος ομιλητής του Α΄ Μέρους ήταν ο BasiliusGroen, Καθηγητής στο Γκράτζ της Αυστρίας και στο Ποντιφικό Ινστιτούτο με τίτλο: «Ο Συνοδικός θεσμός στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Μια νέα θεώρηση». Στην εισήγησή του περιέγραψε πόση έμφαση, δίνει πλέον η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στη συνοδικότητα μέσω μιας παγκόσμιας Συνοδικής Διαδικασίας. Συγκεκριμένα ο κ. Groen αναφέρθηκε στις Επισκοπικές Σύνοδοι του 2023 και 2024 στη Ρώμη που συζητήθηκαν θέματα όπως η συμμετοχή γυναικών με δικαίωμα ψήφου, η ισότιμη συμμετοχή όλων των συμμετεχόντων, κληρικών και λαϊκών και η παρουσία εκπροσώπων άλλων Εκκλησιών στις συζητήσεις και άλλα ακανθώδη ζητήματα όπως η κακοποίηση, των διακρίσεων κατά των γυναικών, η κατάχρηση εξουσίας, η ανάγκη για μια ολοκληρωμένη οικολογία και η ανάγκη για εκκλησιαστική ανανέωση. Τέλος, αναφέρθηκε τόσο στις εντάσεις που προκάλεσε η Συνοδικότητα, ειδικά στη Γερμανία, όσο και στο διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών που συνεχίζεται με την ομάδα «Αγ. Ειρηναίος Λυώνος» η οποία εργάζεται πάνω στο θέμα των σχισμάτων και της ενότητας.

Το Β΄ Μέρος της Ημερίδας ήταν αφιερωμένο στα 15 χρόνια από την ίδρυση του Πανελληνίου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ».

Πρώτος ομιλητής ήταν ο κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου Επίτιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ ο οποίος με θέμα: «Θρησκευτική παιδεία σε ένα σύγχρονο λαϊκό κράτος» αναφέρθηκε στην εποχή του απόλυτου αποπροσανατολισμού και πνευματικής αποχαύνωσης το μάθημα των Θρησκευτικών, απαλλαγμένο από τα κατηχητικά χαρακτηριστικά του, μπορεί να λειτουργήσει ως μια φωνή ελπίδας που θα αντιπαραθέσει στα σημερινά αδιέξοδα το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς αποκλεισμούς και που θα αναζητήσει μια έντιμη διέξοδο ανάμεσα από τις παγίδες της απόλυτης ατομοκρατίας του “create your own myth” από τη μια μεριά και του ολοκληρωτισμού, στον οποίο οδηγεί ο φονταμενταλισμός από την άλλη.

            Δεύτερη στη σειρά ομιλήτρια ήταν η κα Κατερίνα Πενιρτζή, θεολόγος εκπαιδευτικός, με θέμα εισήγησης: «Δεκαπέντε χρόνια “ΚΑΙΡΟΣ”, δεκαπέντε χρόνια προσπάθειας και αγώνα για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης». Η εισηγήτρια αναφέρθηκε στις ζυμώσεις του «ΚΑΙΡΟΥ», στην ανάγκη του να διακονήσει μια ορθόδοξη ζωντανή θεολογία και τη θρησκευτική εκπαίδευση, με πρόταση θρησκευτικού μαθήματος, με θεμέλιο την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και τον τρόπο που βιώνεται και εκφράζεται στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας, πλαισιωμένο με στοιχεία άλλων ομολογιών και θρησκειών, που μπορεί να απευθύνεται σε όλους τους μαθητές χωρίς καμία διάκριση, να διερευνά απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα που διχάζουν την ανθρωπότητα και να συνεισφέρει στον αμοιβαίο σεβασμό, στην κατανόηση του διαφορετικού και στην ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων στη σύγχρονη κοινωνία. Η κα Πενιρτζή τόνισε πως ο «ΚΑΙΡΟΣ» κάνει προτεραιότητά του την ανάγκη των εκπαιδευτικών για επιμόρφωση προκειμένου να αναπτύξουν τις δεξιότητες που απαιτεί η αλλαγή, και οργανώνει πολλές και ποικίλες επιμορφωτικές δράσεις. Η δυναμική του παρουσία στον εκπαιδευτικό κόσμο είναι μια παρακαταθήκη για τον συνεχή αγώνα του για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης και για μια πολυεπίπεδη στήριξη των εκπαιδευτικών θεολόγων και δασκάλων.

Ο τρίτος ομιλητής κ. Γρηγόρης Μαυροκωστίδης, θεολόγος εκπαιδευτικός, με τίτλος εισήγησης: «Η γλώσσα της Θεολογίας και η γλώσσα των νέων στο σχολείο σήμερα», αναφέρθηκε στην ευθύνη της θεολογίας σήμερα, να συνομιλήσει με τους νέους, να αφουγκραστεί την κριτική, τα όνειρα  και την αγωνία τους. Να κάνει τη γλώσσα των νέων γλώσσα της θεολογίας. Να αναδείξει την βαθύτερη εσωτερική συνάφεια  της Βιβλικής και Πατερικής Θεολογίας με το ήθος των νέων, ως ήθος αγάπης και ελευθερίας. Να γνωρίσει τον άλλο, τον διαφορετικό. Να διαλεχθεί με την  επιστήμη, την τέχνη και τον πολιτισμό, τη βαθύτερη  ανάγκη της  ανθρώπινης ψυχής για μεταμόρφωση και δημιουργία. Η σάρκωση της αλήθειας σε κάθε εποχή δεν συνιστά  εκκοσμίκευση της θεολογίας άλλα πραγμάτωση και φανέρωση της αλήθειας για το Θεό και τον άνθρωπο που πρέπει να παραμένει το κέντρο.

Ακολούθησε γόνιμος διάλογος και η εκδήλωση έκλεισε με ένα βίντεο με φωτοστιγμές από την ίδρυση του Συνδέσμου το 2010 ως και τις τελευταίες συναντήσεις των μελών του το 2024.

Στο κανάλι του ΚΑΙΡΟΥ στο YouTube και στους κάτωθι συνδέσμους θα βρείτε τα βίντεο:

Α΄ Μέρος της Ημερίδας: https://www.youtube.com/watch?v=aNDlNCkpiIQ

Β΄ Μέρος της Ημερίδας: https://www.youtube.com/watch?v=0GULrSCwGYA

 

logkair

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ επί τη εκδημία του αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου

Λίγες ημέρες πριν, στις 25 Ιανουαρίου 2025, ανήμερα της μνήμης του μεγάλου δασκάλου και ιεράρχη της Εκκλησίας μας Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ένας άλλος μεγάλος εν ημίν δάσκαλος και ιεράρχης, αποχαιρέτησε τα πρόσκαιρα και επείγεται για τα αιώνια.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος Γιανουλάτος, δεν είναι πια μαζί μας.

Με την απώλειά του όλοι νιώθουμε ότι λιγοστεύουμε, μια και η προσφορά του στην Εκκλησία και τη θεολογία της είναι ανεκτίμητη και σίγουρα δυσαναπλήρωτη.

Με μέγιστη θλίψη τον αποχαιρετούμε, αναλογιζόμενοι όλα όσα διδαχθήκαμε και ζήσαμε κοντά του, ευχόμενοι ο Κύριος της ζωής, ο Ιησούς Χριστός, να τον συμπεριλάβει στην χορεία των απ΄αιώνων Αγίων Του.

Οι σκέψεις μας βρίσκονται με τους ορθόδοξους αδελφούς μας της Αλβανίας, οι οποίοι καλούνται να αποχαιρετήσουν τον πατέρα τους που ανέστησε την Εκκλησία τους από το μηδέν που την είχαν καταδικάσει δεκαετίες ολοκληρωτισμού και ανελευθερίας.

Ο Αναστάσιος, όμως, δεν θα λείψει μόνο από εμάς τους Ορθόδοξους. Είμαστε βέβαιοι ότι μαζί με εμάς θρηνούν όλοι οι αδελφοί, χριστιανοί και μη, που τον γνώρισαν και γεύτηκαν από τους καρπούς του ανοιχτού, ανεξίθρησκου, ελεήμονος και σοφού πνεύματός του.

Ας έχουμε την ευχή του.

Για το ΔΣ του θεολογικού Συνδέσμου «Καιρός»

Ο Πρόεδρος                                                     Ο Γραμματέας

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
gjre

Το περιοδικό ΕλΘΕ (Ελληνική Έκδοση για τη Θρησκευτική Εκπαίδευση) / GjRE (Greek Journal of Religious Education) είναι μία διεθνής επιστημονική περιοδική έκδοση με αξιολόγηση (peer-review) που έχει έδρα στην Ελλάδα και ανήκει στον Πανελλήνιο Θεολογικό Σύνδεσμο «ΚΑΙΡΟΣ -για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης». Δημοσιεύει άρθρα στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα σχετικά με την Θρησκευτική Εκπαίδευση, την Παιδαγωγική και τη Θεολογία.

περισσότερα...

×

Προειδοποίηση

Error loading component: com_users, Component not found.

antidosis





Α΄

Είναι σαφές πως το θέμα που μας απασχολεί είναι μείζον, άκρως ουσιαστικό και οπωσδήποτε καυτό. Η ιστορία της συζήτησης, με τη μορφή που σήμερα έχει, κρατάει καλά τα τελευταία  28, τουλάχιστον, χρόνια. Και πρόκειται για μια συζήτηση πολυεπίπεδη, δύσκολη, που από καιρού εις καιρόν κρύβει εκπλήξεις και αιφνιδιασμούς, γεννήματα της ανόσιας συνάντησης των οποιωνδήποτε ιδεολογικών σκοπιμοτήτων με την άγνοια και την επιφανειακή ενασχόληση με το θέμα ειδικών και μη ειδικών που ανθούν σε κάθε εποχή και οι οποίοι  πλήρεις του εαυτού τους αρνούνται να συναντηθούν και να συζητήσουν επί της ουσίας  με όλους όσοι θα είχαν τη δυνατότητα να ανατάμουν νέα οδό από την οποία κανείς δεν θα βγει στ’ αλήθεια λαβωμένος. Και το λέγω τούτο διότι το περασμένο Καλοκαίρι γίναμε μάρτυρες ενός τέτοιου κρατικού αιφνιδιασμού, αιφνιδιασμού χωρίς προηγούμενο, που αιφνιδίασε εν τέλει και τους αιφνιδιάσαντες, και άνοιξε για μια ακόμη φορά τους ασκούς του Αιόλου.  Θα ήθελα όμως προτού αναφερθώ σε τούτο το πρόβλημα –και μιλάω σαφώς για τις εγκυκλίους του Καλοκαιριού που εξέδωσε το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων- να πω μερικά πράγματα για την συμβολή της Θεολογίας σε τούτη την ιστορία, αλλά και την απόλυτη εσωστρέφεια του οικείου σώματος που μετά μανίας αρνείται εδώ και χρόνια τούτη τη συμβολή. Αρνείται με άλλα λόγια ακόμη και τη συζήτηση   με όλους εκείνους –και πλέον είναι πολλοί-, που πιστεύουν πως η εποχή του ομολογιακού και κατηχητικού χαρακτήρα του μαθήματος παρήλθε ανεπιστρεπτί.

Έχω την αίσθηση, πως στην αρχή της πορείας επαναπροσδιορισμού  της ταυτότητας του μαθήματος των Θρησκευτικών στο τελευταίο τέταρτο του 20ουαιώνα βρίσκεται η μνημειώδης πλέον εισήγηση του Νίκου Ματσούκα, με τίτλοΘεολογική θεώρηση των σκοπών του θρησκευτικού  μαθήματος, στο Α΄ Συνέδριο Θεολόγων Βορείου Ελλάδος, στη Θεσσαλονίκη,  τον Μάιο του 1981[1]. Μια εισήγηση σταθμός που έθεσε τις βάσεις για μια νέα θέαση των σκοπών του θρησκευτικού μαθήματος, ενώ ταυτόχρονα άνοιξε και το διάλογο τόσο για τη θέση των ανθρωπιστικών μαθημάτων στην ελληνική εκπαίδευση, όσο και για το χαρακτήρα και τα χαρακτηριστικά της ελληνικής εκπαίδευσης στο σύνολό της.

Κατά Ματσούκα, η εξέταση του θέματος σχετίζεται με προβλήματα φιλοσοφίας  της Παιδείας. Ωστόσο, μια τέτοια θεώρηση δεν είναι νοητό να γίνεται ανεξάρτητα από τα δεδομένα της πολιτιστικής παραδόσεως και της ζωής του Νεοελληνισμού (σίγουρα ο Ματσούκας βρίσκεται εδώ στην καρδιά της Άνοιξης του ελληνορθόδοξου πολιτισμού του οποίου υπήρξε συν-εισηγητής και θιασώτης)[2]. Και τα δεδομένα τούτης της πολιτιστικής παραδόσεως και της ζωής του Νεοελληνισμού, επιβάλλουν την αποδοχή δύο βασικών προϋποθέσεων. Σύμφωνα με την πρώτη, «το μάθημα των θρησκευτικών δεν πρέπει κατ’ αρχήν με κανέναν τρόπο να διαχωρίζεται ριζικά από τα άλλα μαθήματα» και σύμφωνα με τη δεύτερη,  «ο πανανθρώπινος και διαχρονικός χαρακτήρας του μαθήματος δεν παραβλέπει το συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον και την εκκλησιαστική ζωή, ενώ συνάμα εντάσσεται στους γενικούς σκοπούς της Παιδείας»[3]. Μιας Παιδείας που ο λειτουργικός της χαρακτήρας προϋποθέτει και συνεπώς επιβάλλει την ένταξη των νέων «σ’ ένα ιστορικά καθορισμένο περιβάλλον, όπου από τη μια μεριά υπάρχει ο φυσικός χώρος με όλη την τεχνική και οικονομική υποδομή και από την άλλη ο πνευματικός χώρος στην κοινωνική διάσταση»[4]. Μια τέτοια θεώρηση της Παιδείας επέτρεψε στον Ματσούκα να υποστηρίξει με έμφαση πως το μάθημα των θρησκευτικών, απαλλαγμένο από ακραίους ιδεολογικούς διαποτισμούς και ενταγμένο στα πλαίσια ενός ανοιχτού σχολείου, πρέπει να αποδεσμευτεί από οποιεσδήποτε ηθικιστικές, κατηχητικές  και ομολογιακές εξαρτήσεις και να καταστεί  μάθημα πολιτισμού με περιεχόμενο απόλυτα γνωσιολογικό, εντός του οποίου πρωτεύουσα θέση θα έχουν η Βίβλος, τα πατερικά κείμενα, τα λειτουργικά κείμενα, όλα τα μνημεία της τέχνης και η εκκλησιαστική ιστορία, που αποκαλύπτουν το πρόσωπο του Χριστού, που δεν μπορεί, κατά Ματσούκα, παρά να αποτελεί το κέντρο του θρησκευτικού μαθήματος[5]. Φυσικά, όπως τονίζει ο δογματολόγος της Θεσσαλονίκης, σε μια τέτοια συνάφεια απαραίτητη είναι και η προσφορά θρησκειολογικών γνώσεων, η οποία λευτερωμένη από οποιαδήποτε απολογητική διάθεση θα στοχεύει στη διεύρυνση των επιστημονικών οριζόντων του μαθητή και στη λειτουργική ανάδειξη της διαφορετικότητας[6].

Τον Ματσούκα ακολούθησαν με περισσότερη ή λιγότερη συνέπεια και τις θέσεις του προέκτειναν με δημιουργικό τρόπο στην πορεία πολλοί. Ανάμεσά τους οι Ιωάννης Πέτρου[7],  Χρήστος Γιανναράς[8], Σταύρος Γιαγκάζογλου[9], Παντελής Καλαϊτζίδης[10], αλλά και άλλοι[11], που πλούτισαν με τη συμβολή τους τον επιστημονικό διάλογο για το μάθημα των θρησκευτικών, τον οποίο καλούμαστε σήμερα, κάτω από την πιεστική επιταγή των τετελεσμένων της στιγμής να συνεχίσουμε και να διαχειριστούμε, προκειμένου να βγούμε από το κληρονομημένο αδιέξοδο. Και το λέγω τούτο, διότι ακόμη και σήμερα υπάρχει μια ισχυρή τάση, ίσως η ισχυρότερη, εντός των κόλπων της Θεολογίας και της Εκκλησίας, που συνεχίζει με ένταση, που αγγίζει τα όρια του ιδεολογικού φανατισμού, να υποστηρίζει, πως οποιαδήποτε απομάκρυνση από τον ομολογιακό και κατηχητικό χαρακτήρα του μαθήματος συνιστά εκκλησιολογική εκτροπή, με εμφανή τα σημάδια του θρησκειολογικού συγκρητισμού και σχετικισμού. Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως τέτοιες απόψεις αποκαλύπτουν σύγχυση κριτηρίων και απαρχών, που οδηγεί σε απόλυτη αδυναμία θέασης των πραγματικών και οπωσδήποτε διαφορετικών επί του θέματος σκοπών της Εκκλησίας και του Σχολείου, εντός μιας σύγχρονης πολυπολιτισμικής  και πλουραλιστικής κοινωνίας. Πράξη που αν μη τι άλλο οδηγεί, εάν και εφόσον κυριαρχήσει, στη μετατροπή του θρησκευτικού μαθήματος από υποχρεωτικό σε προαιρετικό.

Β΄

Ας έλθουμε, όμως, τώρα στον αιφνιδιασμό για τον οποίο ήδη έχω μιλήσει και ο οποίος διαζωγραφεί και την εικόνα που τούτη τη στιγμή έχει δημιουργηθεί. Τη νέα κατάσταση διαμορφώνουν δίχως άλλο οι τρεις εγκύκλιοι του Καλοκαιριού του 2008, που εξέδωσε το Υπουργείο Παιδείας (91109/Γ2/10-07-2008), (109744/Γ1/26-08-2008) και οπωσδήποτε η προηγηθείσα, αλλά πολύτροπα ερμηνευμένη Σύσταση (1720/2005) του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Σύμφωνα με την πρώτη εγκύκλιο (91109/Γ2/10-07-2008), «για την απαλλαγή των μαθητών από το μάθημα των θρησκευτικών απαιτείται υπεύθυνη δήλωση του κηδεμόνα του μαθητή αν είναι ανήλικος ή του ίδιου αν είναι ενήλικος, στην οποία θα αναφέρεται η επιθυμία απαλλαγής χωρίς να δηλώνεται ο λόγος της συγκεκριμένης επιλογής». Σύμφωνα με τη δεύτερη (104071/Γ2/04-08-2008), «η ανωτέρω εγκύκλιος (εν. η εγκύκλιος 91109/Γ2/10-07-2008) μας εναρμονίζει με τις αποφάσεις του ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ανεξάρτητων αρχών της χώρας μας», ενώ τέλος με  την τρίτη (109744/Γ1/26-08-2008), επισημαίνεται πως η αίτηση απαλλαγής για «λόγους συνειδήσεως» αφορά μόνο τους «μη ορθοδόξους» μαθητές. Προστίθεται, μάλιστα, η σημείωση, πως οι απαλλασσόμενοι μαθητές  θα απασχολούνται κατά την ώρα των θρησκευτικών με τη διδασκαλία άλλου μαθήματος, προκειμένου να μην περιφέρονται άσκοπα στους χώρους του σχολείου.

Γ΄

Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν από τούτες τις εγκυκλίους υπήρξαν πολλές και πολύπλευρες. Θεολόγοι, πολιτικοί, πανεπιστήμιο, Εκκλησία, εξέφρασαν θέσεις και απόψεις, που άνοιξαν ξανά τον διάλογο και έθεσαν το θέμα επί τάπητος. Στην προκειμένη περίπτωση θα περιοριστώ στην παρουσίαση των θέσεων του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ., στο οποίο έχω την τιμή να υπηρετώ, και το οποίο παρενέβη στο θέμα με δύο του κείμενα-αποφάσεις, ένα του Διοικητικού του Συμβουλίου (04-09-08), στο οποίο ως Διευθυντής του Τομέα Δογματικής Θεολογίας συμμετέχω, και ένα της Γενικής του Συνελεύσεως (09-10-2008). Στ’ αλήθεια, βέβαια, το δεύτερο κείμενο αποτελεί βελτιωμένη έκδοση του πρώτου κειμένου, καθώς η Γενική Συνέλευση του Τμήματος υιοθέτησε στο σύνολό της την προβληματική, αλλά και τις προτάσεις της απόφασης-πρότασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Τμήματος[12].

Σύμφωνα, λοιπόν, με το Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ., οι βασικοί λόγοι για τους οποίους το θέμα ήλθε και πάλι στο προσκήνιο είναι «οι αλλαγές που έχουν επέλθει τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία, η διαμόρφωση μιας κατάστασης πολιτιστικού πλουραλισμού στην κοινωνία και το μαθητικό πληθυσμό, οι μεταναστεύσεις, η ευαισθησία για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα προσωπικά δεδομένα». Ως εκ τούτου τούτη η στιγμή δεν μπορεί παρά να είναι «η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιηθούν ορισμένες παρεμβάσεις που μακροπρόθεσμα θα αντιμετωπίσουν τα σχετικά με το μάθημα των θρησκευτικών προβλήματα». Άλλωστε, όπως τονίζεται στην απόφαση του Τμήματος, με το θέμα αυτό έχει ασχοληθεί και το Συμβούλιο της Ευρώπης, με τη Σύστασή του 1720/2005, την οποία απηύθυνε προς τις χώρες-μέλη του, και η οποία –σε αντίθεση με τα όσα το Υπουργείο επαγγέλλεται- μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την επιλογή των απαραίτητων ρυθμίσεων.

Με δεδομένη, λοιπόν, μια τέτοια πραγματικότητα το «Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ με την ευκαιρία της έναρξης του σχολικού έτους στην πρώτη του φετινή συνεδρία κατέληξε μετά από διεξοδική συζήτηση στο συμπέρασμα, ότι στο φλέγον αυτό ζήτημα θα πρέπει να ισχύσουν οι εξής αρχές:

1.Όλοι οι μαθητές του Σχολείου πρέπει να παρακολουθούν ένα μάθημα που σχετίζεται με τη θρησκεία.

2.Το μάθημα θα πρέπει καταρχήν να είναι υποχρεωτικό για όλους τους  μαθητές και να μην έχει ομολογιακό χαρακτήρα αλλά πολιτιστικό και να αποσκοπεί στην παροχή γνώσεων. Το μάθημα βέβαια των θρησκευτικών, σύμφωνα και με τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις τοπικές θρησκευτικές παραδόσεις. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βρεθούν οι κατάλληλοι τρόποι, ούτως ώστε να μη τίθενται ζητήματα συνείδησης.

3.Το μάθημα των θρησκευτικών συνταγματικά ανήκει στην αρμοδιότητα του  κράτους, η οποία εκφράζεται μέσω των υπεύθυνων εκπαιδευτικών φορέων του και ρυθμίζεται με βάση εκπαιδευτικά κριτήρια. Στην υπόθεση μπορούν να έχουν λόγο οι θρησκευτικές κοινότητες μόνο στο βαθμό που προσβάλλονται οι θρησκευτικές τους αντιλήψεις.

4.Το ισχύον Σύνταγμα στο άρθρο 16 παρ. 2 προβλέπει την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, η οποία όμως πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τα σύγχρονα πολιτιστικά και κοινωνικά δεδομένα».

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η διαμορφωθείσα κατάσταση το Τμήμα Θεολογίας κατέθεσε σε πρώτη φάση δύο προτάσεις.

«Σύμφωνα με την πρώτη πρόταση θα μπορούσε να υπάρχει ένα κοινό μάθημα πολιτιστικού και γνωσιακού χαρακτήρα, το οποίο θα είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν όλοι οι μαθητές, σύμφωνα με την προαναφερθείσα δεύτερη αρχή. Σύμφωνα με τη δεύτερη πρόταση, μπορεί να βελτιωθεί το υπάρχον μάθημα, παίρνοντας έναν περισσότερο οικουμενικό και πολιτιστικό χαρακτήρα, με στόχο να το παρακολουθούν καταρχήν οι Χριστιανοί. Ταυτόχρονα πρέπει να προστεθεί ως εναλλακτική δυνατότητα, για όσους δεν θα ήθελαν να το παρακολουθούν για λόγους συνείδησης, ένα δεύτερο μάθημα διαθρησκειακό ή γνωριμίας με τις θρησκείες του κόσμου. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να δοθεί η δυνατότητα σε όλους τους μαθητές να επιλέγουν να παρακολουθήσουν όποιο από τα δύο θα ήθελαν, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να δηλώσουν το λόγο της επιλογής τους. Έτσι, δεν θα είναι απαραίτητο να ζητήσουν εξαίρεση για λόγους συνείδησης, αφού θα έχουν τη δυνατότητα επιλογής».

Στην προοπτική υλοποίησης κάποιας από τις παραπάνω προτάσεις «πρέπει», σύμφωνα πάντα με το Τμήμα Θεολογίας,  «να μετεκπαιδευτούν οι υπηρετούντες θεολόγοι στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, αφού κατά τεκμήριο είναι οι μόνοι ειδικοί για να διδάξουν οτιδήποτε σχετίζεται με τη θρησκεία ή τις θρησκείες». Τούτη η μετεκπαίδευση μπορεί να γίνει από τα Θεολογικά Τμήματα της χώρας, τα οποία «διαθέτουν», τόσο με το υπάρχον πρόγραμμα σπουδών τους, αλλά πολύ περισσότερο θα διαθέτουν με ένα αναβαθμισμένο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών -κατεύθυνση στην οποία ήδη εργάζεται το Τμήμα θεολογίας-, «την απαραίτητη υποδομή για να ανταποκριθούν στην ανάγκη αυτή, αφού στο πρόγραμμά τους περιλαμβάνονται θρησκειολογικά, κοινωνιολογικά, φιλοσοφικά, πολιτιστικά και παιδαγωγικά μαθήματα».

Είναι σαφές πως με μια τέτοια πρωτοβουλία και πρόταση το Τμήμα Θεολογίας δεν λύνει οριστικά το πρόβλημα[13], πράγμα που το ίδιο γνωρίζει καλά, αλλά ανοίγει την πόρτα για έναν δημιουργικό και έντιμο διάλογο, για μια άσκηση αυτοσυνειδησίας[14], που θα βγάλει την εκπαιδευτική κοινότητα αλλά και την Εκκλησία από το αδιέξοδο στο οποίο τις οδήγησε η οποιαδήποτε ιδιώτευσή τους και άρνηση συνάντησης με το διαφορετικό, το άλλο, που χτυπά με επιμονή την πόρτα της νεοελληνικής κοινωνίας και εκπαίδευσης, που συνεχίζει να ταλανίζεται μεταξύ της Σκύλας του επιφανειακού εκσυγχρονισμού και της Χάρυβδης του στείρας παραδοσιαρχίας.

Δ΄

Και μια διευκρίνιση-προσθήκη. Έχω την αίσθηση πως η πολιτιστική κατανόηση του μαθήματος και η σύνδεση του με τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό δεν θα το καταστήσει, με άλλα λόγια δεν θα το υποβαθμίσει σε ένα συστατικό στοιχείο της ελληνικότητας, που θα το απομακρύνει συνακόλουθα από τη θέση του στον πολιτισμό της σάρκωσης που υπερβαίνει κάθε εθνικό και κρατικό περιορισμό και αποκαλύπτει την οικουμενικότητα του Χριστού, συνεπώς και του μαθήματος των Θρησκευτικών που στο κέντρο του έχει την Ορθόδοξη παράδοση. Δεν πρέπει να εξαντλήσει το μάθημα το περιεχόμενό του στα όρια ενός κάποιου συγκεκριμένου πολιτισμού. Θα πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί η αμαρτία του αυτοεγκλωβισμού. Αμαρτία αντίστοιχη με αυτή του άσαρκου διεθνισμού[15].


[1] Βλ. σχετικά, Ν.Α. Ματσούκα, Θεολογική θεώρηση των σκοπών του θρησκευτικού μαθήματος, Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων και άλλα μελετήματα, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 104-124.

[2] Για τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό στη σκέψη του Νίκου Ματσούκα, βλ. Χ.Α. Σταμούλη, Κάλλος το άγιον. Προλεγόμενα στη φιλόκαλη αισθητική της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004, σ. 107.

[3] Ν.Α. Ματσούκα, Θεολογική θεώρηση των σκοπών του θρησκευτικού μαθήματος, Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων και άλλα μελετήματα, σ. Ν.Α. Ματσούκα, Θεολογική θεώρηση των σκοπών του θρησκευτικού μαθήματος,Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων και άλλα μελετήματα, Ν.Α. Ματσούκα, Θεολογική θεώρηση των σκοπών του θρησκευτικού μαθήματος, Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων και άλλα μελετήματα, σ. 103.

[4] Ν.Α. Ματσούκα, Θεολογική θεώρηση των σκοπών του θρησκευτικού μαθήματος, Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων και άλλα μελετήματα, σ. 103-104.

[5] Βλ. σχετικά, Ν.Α. Ματσούκα, Θεολογική θεώρηση των σκοπών του θρησκευτικού μαθήματος, Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων και άλλα μελετήματα, σ. 112-122.

[6] Βλ. σχετικά, Ν.Α. Ματσούκα, Θεολογική θεώρηση των σκοπών του θρησκευτικού μαθήματος, Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων και άλλα μελετήματα, σ. 120.

[7] Βλ. ενδεικτικά, Ι. Πέτρου, Το μάθημα των θρησκευτικών στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, Καθ’ οδόν 17 (Δεκέμβριος 2001), σ. 29-37.

[8] Βλ. ενδεικτικά, Χ. Γιανναρά, Δικαιώματα ατόμων και κοινωνία πολιτών,Ιχνηλασία νοήματος. Πολιτική, Κοινωνία, Παιδεία στην Ελλάδα σήμερα, εκδ. Λιβάνης, Αθήνα 1998, σ. 53-56.

[9] Βλ. ενδεικτικά, Σ. Γιαγκάζογλου, Το μάθημα των θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση. Φυσιογνωμία, σκοποί, περιεχόμενο, νέα βιβλία, διαθεματική προσέγγιση, ευρωπαϊκή προοπτική, θεολογία της ετερότητας, Τα θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο. Απέναντι στις προκλήσεις των καιρών, Πρακτικά επιστημονικής ημερίδας, εκδ. Ι.Μ. Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, Νεάπολη Θεσσαλονίκης 2007, σ. 34-108.

[10] Βλ. ενδεικτικά, Π. Καλαϊτζίδη, «Τα θρησκευτικά ως πολιτιστικό μάθημα», Σύναξη  74 (2000), σ. 69-83.

[11] Βλ. ενδεικτικά, Στ. Ζουμπουλάκη, «Τα Θρησκευτικά ως βιβλικό μάθημα», Ο Θεός στην Πόλη. Δοκίμια για την θρησκεία και την πολιτική, Εστία, Αθήνα, 2002, σ. 107-123∙ Χ. Βασιλόπουλου, Η θέση του μαθήματος των θρησκευτικών στη δημόσια εκπαίδευση, ΚΑΙΡΟΣ. Αφιέρωμα στον ομότιμο  καθηγητή Δαμιανό Δόϊκο, ΕΕΤΘΘΣΑΠΘ 4 (1994), σ. 553-567.

[12] Την γενικότερη προβληματική του Τμήματος Θεολογίας υιοθέτησε σχεδόν στο σύνολό της και για πρώτη ίσως φορά η Γενική Συνέλευση της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., με ομόφωνη απόφασή της, τον Νοέμβριο του 2008. Και λέγω σχεδόν στο σύνολό της, διότι ενώ υιοθετήθηκε η βασική πρόταση, δεν έγινε αποδεκτή μια δεύτερη εναλλακτική πρόταση, που σχετίζεται με τη δυνατότητα της υποχρεωτικής  επιλογής ανάμεσα σε δύο μαθήματα θρησκευτικών, και η οποία θα αποτελούσε σύμφωνα με το Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ., μια κάποια λύση στην περίπτωση που δεν θα μπορούσε να  «προχωρήσει» η πρώτη πρόταση για τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του ενός μαθήματος των θρησκευτικών. Η απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως της Θεολογικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (70/2008/08-09-2008) κινήθηκε σε άλλη κατεύθυνση και επέμεινε κυρίως και κατεξοχήν στο νομικό κομμάτι του θέματος, επιλέγοντας να μην εισέλθει επί του παρόντος σε αναλυτική  συζήτηση για το περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά του μαθήματος, το οποίο γι’  αυτήν όπως και για τη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε υποχρεωτικό.

[13] Για παράδειγμα, είναι σαφής  και οπωσδήποτε γνωστή η αδυναμία εγκλωβισμού του μαθήματος εντός των ορίων που αποκλειστικά περιγράφουν τα προτεινόμενα ονόματα που θα χαρακτηρίσουν το μάθημα (π.χ. πολιτιστικό, γνωστικό, γνωσιολογικό, κλπ.). Εντούτοις, με κάποιον τρόπο, κάποιοι, κάπου, κάποτε, θα πρέπει να προσπαθήσουν να δείξουν δια των λέξεων, δια των ονομάτων, παντού και πάντα σχετικών, την αλλαγή που επιβάλλει ο καιρός, εδώ και τώρα, την υπέρβαση δηλαδή της ομολογιακότητας, όπως αυτή ασκείται κυρίως και κατεξοχήν σε επίπεδο διδασκαλίας. Είναι σαφές πως εάν υπάρξει συμφωνία  στην ουσία των πραγμάτων η συζήτηση για τα ονόματα δεν πρόκειται να οδηγήσει σε  ρήξη και ριζική διαφωνία∙ και μάρτυς μου ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο πρώτος ανάμεσα σε μια χορεία αγίων, που σημειώνει τα εξής αποκαλυπτικά: «ουδέν γαρ περί των ονομάτων ζυγομαχήσομεν, έως αν προς την αυτήν έννοιαν αι συλλαβαί φέρωσι», Λόγος 39,11, PG 36, 345C. Πρβλ. Χ.Α. Σταμούλη, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, σ. 232εξ.

[14] Κάποτε θα πρέπει να κατανοηθεί από την Εκκλησία, πως η εκ μέρους της εγκατάλειψη της κατήχησης δεν μπορεί να αναπληρωθεί –και δεν πρέπει- από το μάθημα των θρησκευτικών στην εκπαίδευση (Για το θέμα βλ., Χ.Α. Σταμούλη, Ανασκαφή. Σχόλιο για την κατήχηση στην ορθόδοξη Εκκλησία, Άσκηση αυτοσυνειδησίας, εκδ. «Το Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2004, σ. 79-95). Όπως, άλλωστε, πρέπει να γίνει συνείδηση εκ μέρους των υπευθύνων της πολιτείας για το μάθημα των θρησκευτικών, πως σκοπός του μαθήματος είναι η παροχή γνώσεων και δια  αυτών η ευαισθητοποίηση του μαθητή απέναντι στις πολύτροπες προκλήσεις της εποχής  και εξάπαντος όχι η κατήχηση.

[15] Για το θέμα του πολιτισμού της σάρκωσης, βλ. Χ.Α. Σταμούλη, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009.

(Εισήγηση στην Επιστημονική Ημερίδα με τίτλο, Το μάθημα των Θρησκευτικών σε Ελλάδα και Ευρώπη: Διαπιστώσεις-Προοπτικές, που διοργάνωσε η Ι.Μ.Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, στη Νεάπολη στις 12-2-2009)