Ο δογματισμός στη Βιολογία και τη Θεολογία
Την Τετάρτη 21 Απριλίου πραγματοποιήθηκε στην Στ΄ Αίθουσα της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ το πρώτο μάθημα του εαρινού επιμορφωτικού κύκλου που διοργανώνει ο ΚΑΙΡΟΣ με θεματικό άξονα τη Δημιουργία. Η εισήγηση του καθηγητή Γενετικής Ανάπτυξης και Μοριακής Βιολογίας Θεόδωρου Αμπατζόπουλου παρουσιάστηκε στο πλαίσιο των μεταπτυχιακών μαθημάτων του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ Χρυσόστομου Σταμούλη. Την εκδήλωση, στην οποία παραβρέθηκαν περί τους 100 φοιτητές και θεολόγοι-εκπαιδευτικοί, προλόγισε ο καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης ο οποίος τόνισε την ανάγκη να αρθούν οι βεβαιότητες που συχνά αναπαράγουν απλώς τις ιδεοληψίες ακυρώνοντας το δημιουργικό διάλογο και την έρευνα και να καλλιεργηθεί η στάση της απορίας. Στη συνέχεια ο Γρηγόρης Μαυροκωστίδης ?μέλος της προσωρινής Διοικούσας επιτροπής του ΚΑΙΡΟΥ- τόνισε την ανάγκη η επαγγελία για αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης να περνά μέσα από τη διαρκή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών-θεολόγων και το διαλόγο της Θεολογίας με άλλους επιστημονικούς χώρους προς όφελος, εν τέλει, του ίδιου του ανθρώπου τον οποίο υπηρετούν όλες οι επιστήμες.
«Πάτ? ερημών?» ή Εκκλησία και γλώσσα
Δήμητρα Κούκουρα,
Καθηγήτρια Ομιλητικής στο τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ.
«Δεν καταλάβαινα γρυ απ? ό, τι έλεγε τούτη η προσευχή (το Πάτερ ημών) και μια μέρα είπα στη μάννα μου: το Πάτ?, μπρε μάννα, ξέρω τί θα πει, μα εκείνο το ερημών με μπερδεύει!»
Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα χώματα.
Το παράδειγμα ενδεικτικό. Η συγγραφέας δηλώνει αυθορμητισμό και αγανάκτηση. Σε άλλες περιπτώσεις η γλωσσική δυσχέρεια οδηγεί στη δημιουργική φαντασία και τις αναλογικές χρήσεις: «είναι ζεστός και θερμαινόμενος» (< ήν δε Πέτρος εστώς και θερμαινόμενος), «πέρασε ζωή χαρισάμενη =χαρούμενη» (< και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος (προσέφερε κατά χάριν ), «βρώμα (ακαθαρσία) και δυσωδία (<σκωλήκων βρώμα (=τροφή) και δυσωδία). Οι φράσεις μαρτυρούν την ακουστική οικειότητα του λαού μας σε παλαιότερες εποχές με τις ακολουθίες κυρίως της Μ. Εβδομάδος ή με τη νεκρώσιμη αλλά και το γλωσσικό απρόσιτο.
Σύσταση 1720 του Συμβουλίου της Ευρώπης -Ερμηνευτικές Προσεγγίσεις
Γεώργιος Παπαδόπουλος
Θεολόγος-Φιλόλογος (αποσπ. στο Π.Ι.)
[ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Η κινητικότητα σχετικά με το παρόν και το μέλλον της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα, ο συνεχιζόμενος διάλογος ανάμεσα στην Πολιτεία και σε άμεσα εμπλεκόμενους-ενδιαφερόμενους (θεολόγοι εκπαιδευτικοί, Εκκλησία, πολιτικά κόμματα, ανεξάρτητες αρχές), ο αναπτυσσόμενος προβληματισμός για την επίδραση των θρησκευτικών παραδόσεων στην κοινωνική συνοχή, η αναγνώριση του ρόλου του μαθήματος των Θρησκευτικών στην ανάδειξη αξιών και νοήματος για τη ζωή και το κόσμο αλλά και η ανάγκη εμπλουτισμού του τόσο με νέες προτάσεις για το περιεχόμενό του όσο και σύγχρονες μεθόδους διδακτικής προσέγγισης για την αποτελεσματικότερη θρησκευτική αγωγή των νέων, καθιστούν και πάλι επίκαιρη την ανάγνωση της γνωστής από το 2006 «Σύστασης 1720 του Συμβουλίου της Ευρώπης». Πρόκειται για μια έκθεση αρχών και προτάσεων, που έτυχε έντονης κριτικής -όχι πάντοτε καλόπιστης- και επιδέχεται ασφαλώς πολλών ερμηνειών και αναλύσεων. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μια απόπειρα ερμηνείας κάποιων σημείων της Σύστασης (σημειώνονται με bold), που κατά τη γνώμη μας ενδιαφέρουν περισσότερο τη χώρα μας και όσους ασχολούνται άμεσα ή έμμεσα με την Θρησκευτική Εκπαίδευση. Βλ. επίσης το σχετικό άρθρο του Σταύρου Γιαγκάζογλου «Το Συμβούλιο της Ευρώπης και η διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος στην Εκπαίδευση. Σχόλιο σε μια σύσταση» στο περιοδικό Αναλόγιον 7/2005, σ.194-195]
Δελτίον καιρού, ή για πέντε λέξεις του Δημήτρη Δημητριάδη
Η θρησκεία και ο ρόλος της στην ταυτότητα των παιδιών
Έρευνα σε σχολεία της Θεσσαλονίκης και της Θράκης
της Ειρήνης Ρακιτζή
Η θρησκεία και η πίστη παίζουν σημαντικό ρόλο στον προσδιορισμό της ταυτότητας και της ετερότητας των παιδιών, καθορίζει το πώς ζουν, τις σχέσεις τους με την οικογένειά τους και τους ?άλλους?, απέναντι στους οποίους, όμως, εμφανίζουν, σε σημαντικό βαθμό, στάσεις και αντιλήψεις ρατσισμού, ακόμη και όταν συναναστρέφονται μαζί τους καθημερινά.
Μία αποκαλυπτική έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της Θεσσαλονίκης και της Κομοτηνής, επιβεβαιώνει ότι, η ανεκτικότητα των μαθητών στη θρησκευτική διαφορετικότητα δεν είναι δεδομένη, ωστόσο, μπορεί να επιτευχθεί στο σχολείο, τόσο μέσα από την παρέμβαση με θεατροπαιδαγωγικά προγράμματα όσο και με την υποχρεωτική θρησκευτική εκπαίδευση, που όμως δεν θα ενέχει χαρακτήρα κατηχητικό, ομολογιακό ή μύησης.
